"Η ελεύθερη ψυχή είναι σπάνια, αλλά όταν τη συναντήσεις την αναγνωρίζεις. Κι αυτό, γιατί αισθάνεται όμορφα, πολύ όμορφα όταν είσαι κοντά της ή μαζί της"
C.B

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Κριτική της Παναγιώτας Μπλέτα για το βιβλίο "Στο Ύψος του δρόμου" στο life speed

Η κριτική της Παναγιώτας Μπλετα στο lifespeed 


ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ «ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ» ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΜΠΑΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΛΕΤΑ

Η συλλογή διηγημάτων της Ελένης Μπάλιου αποτελεί μια
μικρή ανθρωπολογία της καθημερινότητας. Έχει χιούμορ,
αυτοσαρκασμό, κοφτερή γλώσσα, τρυφερότητα και μια
κοινωνική πίκρα που δεν κατασκευάζει η ίδια η συγγραφέας,
αλλά ξεπετάγεται μέσα από το μεγεθυντικό φακό της
παρατήρησης. Οι ήρωές της δεν είναι «ήρωες» με τη συμβατική
έννοια. Είναι οι άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά και πολύ
συχνά κάνουμε πως δεν βλέπουμε, ή όντως δεν βλέπουμε.
Εκείνοι που περνούν δίπλα μας χωρίς να διαθέτουν εκείνα τα
κοινωνικά γνωρίσματα που, στερεοτυπικά, θεωρούμε αρκετά
σημαντικά ώστε να απαιτήσουν την προσοχή μας.
Ο τίτλος του «Στο ύψος του δρόμου» είναι ιδιαίτερος και απηχεί
την κεντρική ιδέα του βιβλίου, μάλλον το λόγο για τον οποίο
γράφτηκαν αυτές οι μικρές ιστορίες. Εκεί λοιπόν, στο ύψος του
δρόμου, οι μεγάλες θεωρίες χάνουν την αξία τους. Η κοινωνία
παύει να είναι μια αφηρημένη έννοια και η ανθρωπιά μια λέξη
που μπορούμε εύκολα να οικειοποιηθούμε. Γίνεται η γυναίκα
που μαζεύει γόπες, ο άστεγος, η ηλικιωμένη που ταΐζει
αδέσποτα, ο άνθρωπος που πενθεί, εκείνος που πεινά, κάποιος
που συμπεριφέρεται με έναν τρόπο που δεν καταλαβαίνουμε.
Γίνεται ο πραγματικός άνθρωπος, όχι αυτός που έχει φτιάξει η
προκατασκευασμένη κοινωνική μας αντίληψη.
Και εκεί αρχίζει το δύσκολο ζήτημα της ευθύνης.
Γιατί συχνά κρίνουμε εκ του ασφαλούς χωρίς καν να το

συνειδητοποιούμε. Μιλάμε για επιλογές ζωής όταν δεν έχουμε
γνωρίσει την απελπισία. Μιλάμε για σωστή διαχείριση όταν δεν
έχουμε μείνει χωρίς χρήματα. Μιλάμε για αξιοπρέπεια όταν δεν
χρειάστηκε ποτέ να επιλέξουμε ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και
την επιβίωση. Μιλάμε για ψυχραιμία όταν δεν βρεθήκαμε ποτέ
πραγματικά τρομαγμένοι και μόνοι. Μιλάμε για δύναμη όταν
δεν μας έχει ακόμη γονατίσει κάποια απώλεια.

Και τότε η εύκολη κρίση ενδύεται το μανδύα της αλαζονείας της
άγνοιας.
Δεν γνωρίζουμε, αλλά κρίνουμε. Δεν έχουμε βιωματική
εμπειρία, αλλά επεξηγούμε. Δεν πονέσαμε, αλλά κουνάμε το
δάχτυλο τι θα έπρεπε να είχε κάνει εκείνος που πόνεσε. Από το
θερμοκήπιο της δικής μας ζωής είναι εύκολο να
κατασκευάζουμε κανόνες για τις ζωές των άλλων.
Το «Κορίτσι που μάζευε γόπες» το κάνει αυτό ιδιαίτερα
αισθητό. Η Μπάλιου δεν βλέπει απλώς τη φτώχεια της άλλης
γυναίκας· αναμετριέται και με τη δική της ανάγκη να μη
φαίνεται φτωχή, εκτιθέμενη σε μια κοινωνία που έχει μάθει να
συνδέει την εμφάνιση με την αξία του ανθρώπου. Το ερώτημα
επομένως δεν είναι μόνο αν συμπονούμε τον φτωχό. Είναι αν
αντιλαμβανόμαστε και τους μηχανισμούς μέσα από τους
οποίους μαθαίνουμε να τον κοιτάζουμε, να τον
κατηγοριοποιούμε.
Κάπως έτσι λειτουργεί και η ιστορία με την τυρόπιτα. Η
συγγραφέας ενοχλείται από μια συμπεριφορά που δεν
καταλαβαίνει αρχικά, βασανίζει όμως το μυαλό της στην
πορεία, μέχρι που βρίσκεται απέναντι σε μια διαπίστωση που
ίσως συνοψίζει τους ηθικούς προβληματισμούς του βιβλίου:
ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι βάρος κουβαλάει ένας άνθρωπος
που δεν συμπεριφέρεται με τον τρόπο που εσύ συμπεριφέρεσαι
ή αναγνωρίζεις.
Αυτό το «δεν μπορείς να ξέρεις» έχει για μένα ιδιαίτερη
σημασία.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψουμε να κρίνουμε οποιαδήποτε
πράξη ή ότι όλες οι συμπεριφορές δικαιολογούνται. Σημαίνει
κάτι βαθύτερο και δυσκολότερο: να αποκτήσουμε επίγνωση των
ορίων της γνώσης μας. Να αφήνουμε ένα μικρό περιθώριο
ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και σε αυτό που νομίζουμε ότι
καταλαβαίνουμε για τον άλλον.

Ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ύπουλες μορφές κοινωνικού
εφησυχασμού. Όσο ορισμένα προβλήματα δεν έχουν χτυπήσει
ακόμη τη δική μας πόρτα, είναι εύκολο να τα αντιμετωπίζουμε
σαν να αφορούν έναν άλλον κόσμο που δεν συμμορφώνεται με
τα κοινωνικά πρότυπα. Η φτώχεια είναι αδιόρατη, είναι «κάπου
αλλού». Η ανεργία χτυπά εκείνον που δεν προσπάθησε αρκετά.
Η μοναξιά είναι προσωπική αδυναμία. Η αστεγία γίνεται εικόνα
στο πεζοδρόμιο. Η ψυχική εξάντληση βαφτίζεται αδυναμία ή
υπερβολή. Το γήρας είναι κάτι που αφορά τους ηλικιωμένους,
μέχρι να αρχίσει να αφορά εμάς και ούτω καθεξής.
Έτσι γεννιέται μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση: ότι επειδή δεν μας
συνέβη κάτι πολύ κακό, κατά κάποιον τρόπο είμαστε στο
απυρόβλητο ή, ακόμη χειρότερα, ότι δικαιούμαστε να
απολαμβάνουμε την ασυλία της ζωής ως απόδειξη της φυσικής
μας «ανωτερότητας», σοφίας, σύνεσης ή των προσωπικών μας
ικανοτήτων.
Όμως πολλές φορές η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που
κοιτάζει έναν άνθρωπο στον δρόμο και σε εκείνον που
βρίσκεται όντως στον δρόμο είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο
νομίζουμε. Μια ασθένεια, μια οικονομική κατάρρευση, μια
απώλεια, μια σειρά λανθασμένων αποφάσεων ή απλώς μια
συγκυρία μπορούν να μετακινήσουν έναν άνθρωπο από τη θέση
του παρατηρητή ακριβώς στο ύψος του δρόμου, στη θέση των
πρωταγωνιστών των ιστοριών της συγγραφέα.
Και τότε γίνεται κάτι μαγικό ο κόσμος αλλάζει…
Όχι επειδή άλλαξαν τα γεγονότα, αλλά επειδή για πρώτη φορά
αρχίζουν να μας αφορούν προσωπικά.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η ευθύνη αρχίζει πολύ πριν από την πράξη
της βοήθειας. Αρχίζει από το βλέμμα μας. Από την προσπάθεια
να μην κάνουμε την προσωπική μας ασφάλεια μέτρο της αξίας
των άλλων. Από την παραδοχή: ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε
τα πάντα για τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας.

Το βιβλίο είναι ριζοσπαστικά αυτογνωσιακό. Η Ελένη Μπάλιου
δεν παρουσιάζεται ως φορέας κάποιας αδιαμφισβήτητης ηθικής
ανωτερότητας, αλλά ως ο έτερος εαυτός μας που ενοχλείται,
φοβάται, προκαταλαμβάνεται, πανικοβάλλεται, κάνει λάθη και
μετά να επιστρέφει στη συνείδηση του. Αυτή η επιστροφή είναι
πολύ σημαντική γιατί αναδεικνύει την ανάγκη της συνείδησης
να δίνει καθημερινά τη μάχη της, επειδή τίποτε δεν κατακτιέται
εφάπαξ.
Αυτή η σκέψη βρίσκεται πολύ κοντά και στη δική μου αντίληψη
για την ανθρώπινη ευθύνη. Η καθαρή συνείδηση δεν είναι
τίτλος που αποκτά κάποιος και τον κουβαλάει εφ’ όρου ζωής,
ως ηθικό πιστοποιητικό φρονημάτων. Δεν υπάρχει στιγμή κατά
την οποία μπορούμε να πούμε ότι τελειώσαμε με τις
προκαταλήψεις μας, με την αλαζονεία μας, με την τάση μας να
βολευόμαστε μέσα στις πεποιθήσεις και τις βεβαιότητές μας. Η
άσκηση της συνείδησης είναι μια αδιάκοπη διεργασία εξέλιξης
της ανθρωπιάς μας.
Η συνείδηση χρειάζεται άσκηση ακριβώς επειδή ο
εφησυχασμός είναι εύκολος.
Εύκολο είναι να θεωρούμε τον εαυτό μας δίκαιο επειδή δεν
δοκιμαστήκαμε να πληρώσουμε το κόστος της δικαιοσύνης.
Ανθρωπιστή επειδή οι άνθρωποι που υπερασπιζόμαστε
βρίσκονται σε ασφαλή απόσταση από εμάς. Αλληλέγγυο επειδή
η αλληλεγγύη δεν απαίτησε ακόμη να παραχωρήσουμε ή να
μοιραστούμε κάτι από τα δικά μας κεκτημένα. Ανεκτικό επειδή
η διαφορετικότητα δεν εισέβαλε ποτέ στον δικό μας προσωπικό
χώρο και τον αναστάτωσε.
Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν βιώνουμε το κόστος να
υπηρετούμε τις αξίες μας.
Όταν ο άλλος δεν είναι εύκολος. Όταν μας καθυστερεί. Όταν
μας ενοχλεί. Όταν μυρίζει άσχημα. Όταν μιλά παράξενα. Όταν
ζητά περισσότερο απ’ όσα έχουμε διάθεση να δώσουμε. Όταν
δεν μας ευχαριστεί. Όταν δεν χωρά στον καθρέφτη του «άξιου»

ανθρώπου που έχουμε κατασκευάσει, για να κοιταζόμαστε μέσα
του και να αισθανόμαστε ικανοί.
Εκεί ακριβώς αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, η ηθική.
Όχι στην αγάπη προς έναν αφηρημένο «συνάνθρωπο», αλλά
στην προσπάθεια να μην αφαιρέσουμε την ανθρώπινη
υπόσταση από εκείνον που δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε.
Το δύσκολο δεν είναι να πιστεύουμε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν
αξιοπρέπεια. Το δύσκολο είναι να συνεχίζουμε να βλέπουμε
αυτή την αξιοπρέπεια τη στιγμή ακριβώς που ο άλλος δοκιμάζει
τα όριά μας.
Το «Εγώ κι ο φίλος μου» μας μεταφέρει αυτή την αίσθηση
σχεδόν στο κορμί μας. Η πείνα, η βροχή, το κρύο, η αναζήτηση
φαγητού και η καχυποψία απέναντι στους ανθρώπους από έναν
αδέσποτο σκύλο, που κοιτάζει τα τραπέζια, περιμένει αποφάγια,
διώχνεται και φοβάται μήπως κάποιος τον πιάσει και του βάλει
λουρί. Ο «φίλος» του είναι ένας άστεγος άνθρωπος. Ο άστεγος
φροντίζει τον σκύλο όσο μπορεί και ο σκύλος επιστρέφει σ’
εκείνον όταν βρίσκει φαγητό ή όταν θέλει να ζεσταθεί κάτω από
την κουβέρτα του. Μια ιστορία για δύο περιθωριοποιημένα
πλάσματα που, μέσα στην εγκατάλειψη, είχαν δημιουργήσει μια
μικρή κοινότητα δύο υπάρξεων. Η κοινωνία τους βλέπει ως
«αδέσποτο» και «άστεγο». Ο ένας όμως για τον άλλον δεν είναι
κατηγορία. Είναι φίλος.
Και εδώ βρίσκεται, νομίζω, το ηθικό απόσταγμα της ιστορίας: η
αξιοπρέπεια του ανθρώπου δεν αρχίζει όταν γίνεται αποδεκτός
από τα δικά μας αισθητικά ή κοινωνικά μέτρα. Προϋπάρχει της
δικής μας αποδοχής.
Ίσως λοιπόν το βαθύτερο ερώτημα του βιβλίου να μην είναι
απλώς αν είμαστε συμπονετικοί.
Είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να εγκαταλείψουμε τη
βεβαιότητα ότι τα ξέρουμε όλα.

Αν μπορούμε να αντισταθούμε στην ευκολία με την οποία
εξηγούμε τη δυστυχία των άλλων. Αν καταλαβαίνουμε ότι η
τύχη, οι κοινωνικές συνθήκες, η οικογένεια στην οποία
γεννηθήκαμε, οι ευκαιρίες που μας δόθηκαν ή δεν μας δόθηκαν,
ακόμη και οι άνθρωποι που βρέθηκαν τυχαία στον δρόμο μας,
έχουν παίξει μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μας απ’ όσο συχνά
θέλουμε να παραδεχτούμε.
Γιατί η αλαζονεία αρχίζει συχνά τη στιγμή που μετατρέπουμε
την καλή μας τύχη σε προσωπική αρετή και τη δυστυχία του
άλλου σε προσωπικό του ελάττωμα.
Και τότε το «ύψος του δρόμου» αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Γιατί μας καλεί να κατέβουμε από το ύψος της κρίσης στο ύψος
του ανθρώπου.
Εκεί όπου κανείς δεν είναι απλώς «ο άστεγος», «η φτωχή», «η
παράξενη», «η γριά», «ο μετανάστης», «ο αποτυχημένος». Είναι
ένας άνθρωπος με μια διαδρομή που δεν γνωρίζουμε ολόκληρη.
Αυτό δεν μας απαλλάσσει από την κρίση. Μας φορτώνει όμως
με κάτι πολύ πιο απαιτητικό: την ευθύνη να κρίνουμε
γνωρίζοντας ότι δεν γνωρίζουμε τα πάντα.
Πριν επιχειρήσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο από ψηλά,
χρειάζεται να μάθουμε να τον κοιτάζουμε από το ύψος του
δρόμου. Και ίσως, ακόμη περισσότερο, να κατεβούμε κι εμείς
εκεί.
Γιατί η ανθρωπιά μας δεν κρίνεται από όσα πιστεύουμε για τους
άλλους όταν είμαστε ασφαλείς.
Κρίνεται όταν οι άλλοι, με όλο το βάρος της πραγματικής τους
διαδρομής, έρχονται και μας χτυπούν την πόρτα.
Η Ελένη Μπάλιου έχει μια σπάνια δεξιότητα να πλησιάζει τα
δύσκολα χωρίς να τα εξωραΐζει και χωρίς να αποστρέφει το
βλέμμα. Γράφει για όσα πολλοί αποφεύγουν, όχι επειδή δεν τα
βλέπουν, αλλά επειδή δεν έχουν πάντοτε το σθένος να τα πουν.

Και το σημαντικότερο είναι ότι δεν το κάνει από ασφαλή
απόσταση. Εκθέτει και τον εαυτό της. Παραδέχεται την
ενόχληση, την προκατάληψη, τον φόβο, την αμηχανία, τις
στιγμές όπου και η ίδια δεν στάθηκε στο ύψος των αξιών που θα
ήθελε να υπηρετεί. Δεν φοβάται μήπως κριθεί μέσα από όσα
ομολογεί. Αντίθετα, μοιάζει να γνωρίζει ότι η αυθεντική γραφή
αρχίζει ακριβώς εκεί όπου ο συγγραφέας παύει να προστατεύει
την δημόσια εικόνα του. Και ακριβώς αυτή η αυτοέκθεση
προσδίδει στη γραφή της μια σπάνια εντιμότητα. Γιατί όταν ο
συγγραφέας τολμά να εκθέσει και τη δική του ανθρώπινη
αδυναμία, παύει να δείχνει με το δάχτυλο τον αναγνώστη. Τον
πιάνει από το χέρι και στέκεται δίπλα του. Και τότε η
προσωπική εμπειρία μετατρέπεται σε μοίρασμα, σε
εξομολόγηση, σε κάθαρση, σε βαθιά κατανόηση και τελικά σε
ένα βήμα παρακάτω.

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

12.10.2026

Η κριτική της Χρύσας Νικολάκη στο TexnesOnline, για το βιλίο "Στο ύψος του δρόμου" Της Ελένης Μπάλιου Κλεμμ.

Κριτική Χρύσας Νικολάκη για το βιβλίο "Στο ύψος του δρόμου" της Ελένης Μπάλιου 


Στο Ύψος του Δρόμου
Συγγραφέας: Ελένη Μπάλιου-Klemm
Ημερομηνία έκδοσης: 09/2026
ISBN: 978-960-571-781-0
Σελίδες: 110

Εκδόσεις: Bookstars - Γιωγγαράς




«Στο ύψος του δρόμου» ονομάζεται το νέο βιβλίο της Ελένης Κλεμμ Μπάλιου. Από την τιτλολογία της θεματολογίας καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο όπου ο άνθρωπος και η θέση του στον κόσμο κατέχει τον κεντρικό ρόλο.

Η Ελένη παίρνει θέση ενάντια στην αδικία, πότε γίνεται αλεπού και πότε λιοντάρι, χτίζει αναχώματα όσο βρίσκει ήλιο. Εγρηγορεί για να μην μνημονεύει. Επιλέγει να είναι Προμηθέας και όχι Επιμηθέας στη ζωή. Παρατηρεί τον κόσμο ως βούληση και παράσταση και διδάσκει ότι η καλοσύνη πρέπει να είναι η επιλογή μας.

Ο Γκάντι έλεγε πως «η μεγαλύτερη νίκη είναι να αλλάζεις τον κόσμο χωρίς να χάνεις την ανθρωπιά σου». Ακούμε τη φωνή του να ζωντανεύει όταν η Μπάλιου γράφει το δικό της δρόμο, τη δική της ιστορία για όσους δεν μπόρεσαν να ορθώσουν το δικό τους ανάστημα. Η Ελένη γράφει για όσους «πέρασαν πέρα από τη μάντρα του τουβλάδικου», όπως θα ’λεγε ο Ρίτσος. Γράφει για όλους τους ανήμπορους, για όλους τους παραστρατημένους, για όλους τους απόστρατους της ζωής. Η Ελένη γράφει το δικό της «Ειρηνιστή της μη βιας», δείχνοντας ότι αυτό που ηγεμονεύει δεν πρέπει να είναι η δύναμη της εξουσίας αλλά η καλοσύνη της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, ένα χαμόγελο μου μένει χαραγμένο κάθε φορά που σκέφτομαι τη συγκεκριμένη συγγραφέα.

Το βιβλίο αυτό δεν με κέρδισε για την προσπάθειά του να βρει απλά τη λογοτεχνία μέσα στην καθημερινότητα. Αντιθέτως με κέρδισε σε όλα όσα μοιάζουν στους περισσότερους από εμάς ασήμαντα. Διαβάζοντας την Ελένη Μπάλιου σκέφτηκα τον Παπαδιαμάντη. Όχι επειδή υπάρχει γλωσσική η υφολογική ομοιότητα, αλλά γιατί και εκείνος μπορούσε να φωτίσει τους απλούς ανθρώπους και να ανακαλύπτει μες την καθημερινότητά τους την βαθύτερη τους αλήθεια. Σκέφτηκα τον Βιζυηνό για τον τρόπο που η μικρή προσωπική ιστορία ανοίγει δρόμο προς τη μνήμη, την απώλεια και την ανθρώπινη ψυχή. Σκέφτηκα την Ιωάννα Καρυστιάνη ως συγγένεια στη ματιά. Για την ικανότητα δηλαδή που έχει η Ελένη Μπάλιου να παρατηρεί τον άνθρωπο μέσα στη σχέσεις του, στη σιωπές του και στις αντιφάσεις του. Φυσικά η Μπάλιου έχει τη δική της μοναδική φωνή. Που μπορεί καρτερικά να αλλάζει υφολογία ανάλογα με τις περιστάσεις και τις επιταγές της πραγματικότητας. Η φωνή της Μπάλιου στο βιβλίο είναι όπως και σε όλα της τα συγγράμματα αυθεντική και εύπλαστη.

Κινείται περισσότερο μέσα στο στιγμιότυπο, σε εκείνο το τυχαίο περιστατικό στον άνθρωπο που μπορεί να συναντήσει κανείς το δρόμο του και να μη μάθει ποτέ την ιστορία του. Μάλλον γι’ αυτό ο τίτλος του βιβλίου είναι τόσο εύστοχος. Γιατί η Μπάλιου ξέρει πώς η ζωή δεν βρίσκεται ψηλά και μακριά αλλά δίπλα μας. Στο ύψος του δρόμου. Προσωπικά θεωρώ ότι η μοναδικότητα της συγγραφέως να γράφει με ανθρωπιά, αλληγορία, ποιητικότητα και εσωστρέφεια είναι αυτή που καθηλώνει την πεζογραφία της. Από ένα τριμερές διήγημα όπως είναι το λεγόμενο «Η τυρόπιτα», η συγγραφέας αποδεικνύει ότι μπορεί να μετατρέψει το καθημερινό σε λογοτεχνικό γεγονός και αυτό είναι που την καθιερώνει ως ιδιαίτερα σημαντική πεζογράφο στα ελληνικά γράμματα. Ότι δηλαδή μπορεί ένα ασήμαντο γεγονός να γίνει μία μικρή πόρτα προς την ανθρώπινη ψυχή και η Ελένη Μπάλιου αυτή την πόρτα θαρραλέα την ανοίγει. Ήσυχα και ανθρώπινα, στο ύψος του δρόμου.

Φιλοσοφικά μιλώντας ο «δρόμος» της Μπάλιου μπορεί να ιδωθεί ως χώρος υπαρξιακής και ανθρωπολογικής παρατήρησης, όπου η καθημερινότητα, οι μικρές χειρονομίες και οι ανεπαίσθητες ρωγμές της ανθρώπινης επικοινωνίας αποκαλύπτουν το βάθος της ανθρώπινης συνθήκης. Το ασήμαντο αποκτά φιλοσοφική βαρύτητα, καθώς γίνεται πεδίο συνάντησης με τον «Άλλο», τη μοναξιά, τη μνήμη και την ανάγκη για επικοινωνία.

Εάν ο Αλμπέρ Καμύ αναζητά την ελευθερία μέσα από την αποδοχή του παραλόγου και τη συνέχιση του αγώνα, η γραφή της Μπάλιου μας οδηγεί στην αναζήτηση του νοήματος μέσα στην ίδια τη βιωμένη εμπειρία. (Η σύνδεση αυτή με τον Καμύ αποτελεί δική μου ερμηνευτική προσέγγιση.) Γιατί το νόημα δεν βρίσκεται πάντα σε μεγάλες απαντήσεις, αλλά στην ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε την ανθρώπινη αλήθεια εκεί όπου η ζωή εκτυλίσσεται, στο ύψος του δρόμου. Και η Ελένη Μπάλιου αποδεικνύει ότι ξέρει να ανταποκρίνεται στο ύψος των περιστάσεων. Στο ύψος της λογοτεχνικής ακμαιότητας .


Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΤΖΟΚΑ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟ ΒΑΛΣ"


 Το εξαιρετικό βιβλίο του φίλου, λογοτέχνη, ιστορικού Σπύρου Tζόκα "Αταίραστο Βαλς", παρουσιάζουμε την Κυριακή στις 15 Φεβρουαρίου και ώρα 7:30 στον Αυτοδιαχειριζόμενο πολιτιστικό  χώρο "Καλλίπολις" Στον Άγιο Δημήτριο Αττικής. 

Από την ομάδα βιβλίου του "Καλλίπολις", η πρόσκληση για την εκδήλωση: "Την Κυριακή στις 15/2, 7.30 μ.μ. η ομάδα βιβλίου Καλλίπολις με τον συγγραφέα, Σπύρο Τζοκα θα συζητήσει για ένα Βαλς, δύο διαφορετικών ανθρώπων, κόσμων... Ένα αταίριαστο βαλς. Τα βήματα τους αταίριαστα.... Στο νέο βιβλίο του Σπύρου Τζόκα, ξετυλίγονται συγκρούσεις, ιστορικά γεγονότα παλαιάς και νέας εποχής...από τους Λαμπράκηδες, την αποστασία του 1965 έως τη σύγχρονη... κρίση!"

Όλοι οι φίλοι, ευπρόσδεκτοι. 

Η οδός του "Καλλίπολις" 

Ιωαννίνων 25 Άγιος Δημήτριος

200 μέτρα από το μετρό Ηλιούπολης. 




Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

ΑΜΟΡ ΦΑΤΙ- Βασίλης Ντιλιάς / Pink Floyd - Hey You





ΑΜΟΡ ΦΑΤΙ


Περιπλανιέμαι στο κενό

σαν τη νιφάδα του χιονιού που στροβιλίζεται

στ' αγέρα τις θωπείες

Ένας σύγχρονος άνθρωπος

Ευνούχος εξ αγχιστείας

Αποκομμένος απ' τη θάλπη ενός πυρίσπορου θεού

Αν είχαν τα σπίτια τα παλιά φωνή

κι αυτός ο τόπος που έλαχε να σε κληρονομήσει

Μια κούφια ώρα, την ώρα της αφύπνισης

Θα εκμυστηρεύονταν

πως εκπορεύεται το φως το ανέσπερο

Θα ψιθύριζαν

πως χρωματίζουν οι ουράνιες μανιέρες

το ανέλπιστο, το θαύμα

Θα αναφλέγονταν

πάνω στον λευκό καμβά της απροσδιοριστίας

Κομμάτια από αστρόσκονη στα βάθη του αιώνα

Μια στάλα αγάπη

πλέρια ευγνωμοσύνη

μα πιότερο εμπιστοσύνη

στου κόσμου την απέθαντη ροή

Περιπλανιέμαι σαν το νερό

Απομακρύνομαι απ' αυτό που δεν είμαι πια

και πλησιάζω πιο κοντά σ' αυτό που δεν ξέρω ακόμα

Μεγάλος είναι ο κόσμος και δεν μπορώ να βρω το

στίγμα μου.




ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ



Μόλις η ανοχή διαρραγεί

Όμοια σε έκρηξη ηφαιστείου

Αδράχνει πρώτα η ορμή

να πάλλεται στα στήθια

Κατόπιν με το σύμφωνο το συριχτό

στις σάλπιγγες τρυπώνει

Φόβος ομού και αγερμός

Θεριεύει το γινάτι

Βρώμικες νότες το τραγούδι μας

Λάβα ξερνάει απ' τα κατάστιχα

Το αίμα ρέει πύρινο

Απλώνει παραπέτασμα στάχτες κι αποκαΐδια

Κι όλη η στέρφα αιτιότητα

Ραμμένη στα μανίκια

Ζόφος, αστάθμητη πετριά

Λαός και Κολωνάκι

Τι κι αν ματώσαμε στα μάτια μιας Ελένης;

Θανατικό και προσφυγιά τα ερείσματα του μύθου

Τι κι αν απλώσαμε τη λευτεριά στο κούτελο μιας

ιδέας;

Ακόμα κρατάει ο διχασμός

Λάθρα του άστρου επιτολή

Ανέλπιστα αριστεία

Κληρονομιά, του γένους καταπίστευμα

Η λύση σολομώντεια

Εκούσια συναρμογή στην τέχνη της ραστώνης

Μέρες κυνάδες πού 'ρχονται

Κάλλιο θεοί με το στανιό

Παρά ρακοσυλλέκτες

Μονάχοι μας στον πηγαιμό,

μα στο φευγιό μακρύτερα κι όλοι μαζί αντάμα!



ΣΥΝΟΨΙΣ


Το λες ζωή

αυτό το μόρφωμα υψικαμίνου, που

ρέει ακατάπαυστα

σαν μια συνάρτηση εγκεφαλικών αγκιστρώσεων,

ανάμεσα σε βαρυτικές καμπυλώσεις

στρεβλώνοντας κβαντικούς ενεστώτες,

το λες πάλι ταξίδι

αυτό το αρμένισμα ονειροπόλου, που

αιθεροβατεί απροσδιόριστα

σαν δελφικός χρησμός

ανάμεσα σε νηματοειδείς απολήξεις αντιφάσεων

εξευμενίζοντας συμπαντικές δονήσεις

Μαθές

το ιώδες του υακίνθου

διελκυστίνδα

αφηγημάτων και υπεραναλύσεων

στην εντροπία των καφενείων.





ΑΠΟΛΙΣ



Η πόλις εν κρυπτώ

Ο κώδικας προσαρμογής

σαν απαρέσκεια οξύνει τις προθέσεις

Η σύγκληση, ορχήστρα ασυγχρόνιστη,

σαν σύρσιμο του μαχαιριού στα μάρμαρα της λήθης

Και τι να κάνεις με τις τύψεις μέρες αλκυονίδες;

Άμα σκορπίσεις πιο γρήγορα

από τα όνειρα που βλέπουν στον ακάλυπτο

Κι όταν καμπυλώνουν οι άξονες των επιθυμιών

όπως τα σύννεφα περνούν και χάνονται

Τότε είναι που - ελαχίστοις αρκούμενος -

αναθαρρείς μπροστά στην έλλειψη πολικότητας των

κύκλων

Κι ο πόνος γίνεται σοφία.



Εκδόσεις ΑΤΡΕΙΔΩΝ ΚΥΚΛΟΣ www.atreidonkyklos.gr


Για το soundforwords Ελένη Μπάλιου https://herinna2.blogspot.com/p/blog-page.html


Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2025

ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ- ΠΟΙΗΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ- ΜΟΥΣΙΚΗ: ΜΙΚΗΣ ΘΕΩΔΟΡΑΚΗΣ (ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ)- ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ.




ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ (Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, ποίηση: Γιώργος Σεφέρης)

Κράτησα τη ζωή μου
ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα,
κάτω απ’ το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες
με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά
στην κορυφή τους βραδιάζει.

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεββάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά• τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους• βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου• στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές• o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο τής θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι τής σιωπής.

(ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ -Β΄)

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ’ αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου,
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή,
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν, εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο• τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια τών πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα τού ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.


Για το soundforwords Ελένη Μπάλιου https://herinna2.blogspot.com/p/blog

-page.html

Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ / Κριτική για τα "Κόκκινα Φεγγάρια - Ελένη Μπάλιου"

 Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου ειναι ποιητής, και Αντιπρόεδρος της Παννελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. 



Ηλίας Παπακωνσταντίνου

 

Κόκκινα Φεγγάρια

 

" Η Ελένη Μπάλιου από το πρώτο ποίημα του βιβλίου μας δείχνει που κινείται η γραφή της. Βαθιά κοινωνική πολιτική θα έλεγα. ευαίσθητη με αρχές και αξίες. Ξεκινάει με τα 24 νυχτερινά, που μέσα από τη νύχτα τους θέτουν το φως που δημιουργεί η ψυχή της Ελένης, ο εσωτερικός της κόσμος. Πιστεύω πως είναι σε διαρκή πάλη με την απέναντι όχθη των πραγμάτων που σήμερα ειδικά έχουν πιάσει δωμάτιο μέσα στα σπίτια μας και συνδιοικούν κατά κάποιο τρόπο το μέλλον μας. Εκεί ξεπετάγεται η Ελένη κάθε τόσο με ευρηματικότητα και ρίχνει κροτίδες αντίστασης, σαν ένα ξυπνητήρι ήθους, σαν ευγενής στόχος και υποχρέωση προς την ανθρωπότητα. Στο 18 νυχτερινό της απόσπασμα και πέρασμα, σαν μια φωταλίδα διαρκείας μας γράφει και στην αγγλική γλώσσα, σαν άλλος Jim Morrison η Ελένη στο εκπληκτικό του τραγούδι Spanish Caravan μας γράφει “take me away”  ρίχνοντας βέβαια και δικαιωματικά κάποια γαλλικά ενδιάμεσα, για την ποίηση και τη γλώσσα, εφόσον το μόνο που ξέρουν είναι να στενεύουν τα κελιά της φυλακής, όπως μας γράφει. Και στο τέλος για να δανειστώ πάλι ακόμα ένα εμβληματικό τραγούδι των Scorpions το «still loving you» αυτή τη φορά μας γράφει η Ελένη “ because I know you still love me, because you know I still do too”

 Kι έτσι κλείνει ουσιαστικά και σφραγιστικά το ποίημα μιλώντας και δείχνοντας την μεγαλύτερη επανάσταση, αυτήν της αγάπης. Είναι αυτές οι δυο λέξεις που χαρακτηρίζουν την ποιήτρια. Αγάπη και επανάσταση. Νοιάξιμο για τα κοινά, για το που μας πάνε, που πάει, και από που τρέφεται η ζωή μας. Η Ελένη τα γνωρίζει όλ’ αυτά και δεν σιωπά. Κι όταν το κάνει, είναι μόνο για το κοινό καλό.

Η ποιήτρια αθέατα ίσως, να ρωτάει τον εαυτό της, ποια είμαι, που πάμε, και μέσα από την εσωτερική της αναζήτηση, να βρίσκει διέξοδο στις λέξει,ς στα ποιήματα που έχουν τις απαντήσεις, αλλά και τα ερωτήματα που τίθεται από την ποιήτρια, ώστε ο αναγνώστης να ψάξει μέσα τους, να κάνει μια διεργασία ψυχής, ώστε να βγάλει κάποια συμπεράσματα που θα του δώσουν ένα πιο καλύτερο και πιο ελεύθερο μέλλον.

Στο πρώτο της νυχτερινό, πόσο έξυπνα και αλληγορικά μ’ έναν ωραίο υπερρεαλισμό μας δείχνει την εικόνα του σήμερα σε μόλις δέκα μικρούς στίχους, ένα μικρό ποίημα με τεράστιο συμβολισμό, εικόνες τραγικές που θα μπορούσε να είναι ένα παιδί από τη Γάζα, ένα παιδί σε όλους τους πολέμους που μαίνονται στη γη, με ηθοποιούς στο παγκόσμιο εγκληματικό σύστημα που όλα τα δέχεται και τα οργανώνει. Μας λέει στο ποίημα

« Η σκηνή ήταν γεμάτη

και ηθοποιοί απ’ όλο τον κόσμο

έπαιζαν ένα έργο γνωστό σε όλο τον κόσμο  

Και η πλατεία κάτω

είχε για μόνο θεατή

ένα παιδί κουρελιασμένο

που είχε σκορπίσει τις σάρκες του

στα καθίσματα

Για να φαίνονται πολλοί».

Η ποιήτρια δεν ονειροβατεί ούτε μας δίνει αναβολικά ποίησης αλλά μας πιάνει από το χέρι στίχο -στίχο, και προτείνει, έχει να προτείνει, οργανώνει τις λύσεις μέσα από τις φράσεις της. Περιοδεύει τον κόσμο ανοίγοντας τον κύκλο μέσα της και ελευθερώνει την καρδιά της, με ποιήματα ικανά να μας κάνουν να σκεφτούμε παραπάνω, να απαντήσομε στα δικά μας πως, τα τι, τα γιατί του άλλου και άλλα ερωτήματα που μας παιδεύουν πολλές φορές.

Στο νυχτερινό β, μας λέει. «Και θα ήταν αστείο αν δεν ήταν τόσο τραγικό, το πως οι άνθρωποι εύχονται και προσεύχονται να μην τους εύρη το κακό, την ίδια στιγμή που το προκαλούν, ή το αφήνουν να συμβαίνει».

Εδώ τα λέει όλα. Φωτογραφίζει τους μεγάλους σταυρούς των ανθρώπων που την ίδια ώρα εγκληματούν, κάτι σαν τους πολιτικούς μας ή όλους εμάς που αφήνουμε πολλές φορές να συμβαίνει όλο αυτό, χωρίς μια ριπή αντίστασης. Μιλάει για τα κροκοδείλια δάκρυα της πέννας και για την κραυγή που αναλόγως πώς βολεύονται κάποιοι, την τοποθετούν στο πλάι του δικού τους μικροσυμφέροντος, γιατί πιστεύω οτιδήποτε πέραν από το οικουμενικό καλό, είναι εφήμερο μικροσυμφέρον, όσα πλούτη και δόξα και να αποκτήσει κάποιος.

Η Ελένη Μπάλιου δεν στέκεται σε ποιητικές δάφνες βραβείων, αν κι έχει πάρει βραβεία, λόγων και συντεχνιών, αλλά έχει δεθεί από χρόνια στο άρμα της δημιουργίας και μόνο, και μας την παραθέτει τόσο απλά και ουσιαστικά χωρίς κραυγές και επαναστάσεις του φαίνεσθαι. Γιατί ξέρει που λείπει ο άνθρωπος, ξέρει την εγκυμονούσα ανάσταση, όπως μας λέει, ξέρει τι συμβαίνει στους πολέμους των παγκόσμιων εταιριών και των θρησκειών, γνωρίζει τι γράφει, πολύ βασικό αυτό για έναν γραφιά, γνωρίζει τι συμβαίνει σε κάποιες ποιητικές βραδιές, όπως μας τα φωτογραφίζει τόσο όμορφα και ομοιοκατάληκτα στο νυχτερινό ποίημα 10, γνωρίζει τη μεγάλη θλίψη που κουβαλάει η ευτυχία όπως μας λέει στο νυχτερινό 13, πιστεύω γνωρίζει ακόμα πολλά κι αυτό είναι ένας λόγος που είναι ποιήτρια με αυτή τη γραφή.

Όμως πάνω απ’ όλα η ουσία είναι ότι νιώθει. Νιώθει και εκεί είναι το ζητούμενο. Νιώθει τη σήψη, το άδικο, το σκελετωμένο παιδί. Εδώ να πω πως αναφέρεται πολλές φορές στα παιδιά, δείχνει τη μεγάλη της ευαισθησία. Νιώθει την ανομία και του νόμου το παραμύθι και δεν χαρίζεται, βγαίνει μπροστά γράφοντας και μιλώντας.

Η Ελένη έχει διανύσει δρόμο ως συγγραφέας εδώ και πολλά χρόνια. Την έχει ανακαλύψει και αποκαλύψει η ποίηση και ποτέ δεν ήταν η γραφή της ανέραστη, δεν σύρθηκε. Και για συμμάχους της είχε και έχει τη φαντασία πάνω απ’ όλα, τα βιώματα, την χωρίς φόβο καταγγελία, την τόλμη και το ψυχικό σθένος για να βγάλει εις πέρας αυτό το ιερό έργο. Δεν είναι εύκολο να πηγαίνει κανείς αντίθετα στο ρεύμα και η Ελένη, το κάνει και στην ποίηση και στη ζωή της που αυτό πιστεύω, ότι είναι το πιο σημαντικό.

Η ποιήτρια νοσταλγεί. Μας πηγαίνει σε χρόνους της απλότητας με τη λιτή νότα της ζωής και το όνειρο που πάλευε  να γίνει πραγματικότητα. Μας λέει για τον ποιητή που χορεύει απαλά ένα ποίημα για να τον νανουρίσει. Κάντε το εικόνα αυτό να δείτε την τρυφερότητα που μας δίνει στο 16 της νυχτερινό μέσα από μια εικόνα ευαίσθητου υπερρεαλισμού. Γράφει για τον σκοτωμό και την φαγωμάρα, για το ποιος είναι στ’ αλήθεια ποιητής και για κάτι ψυχές που μένουν ξάγρυπνες, για τον κόσμο που καίγεται και εδώ μόνο καμπάνες χαρμόσυνες χτυπούν, για τη σφυρίχτρα μέσα στο κεφάλι της που την συνοδεύουν κρωξίματα κι ένα κύμα αλαλαγμού ανθρώπινης απελπισίας, για τα αδέσποτα σκυλιά που κλαίνε, για τα παιδιά της σελήνης. Εδώ μας παραθέτει νότες αισιοδοξίας για το μέλλον, μας λέει, «της αδικίας όταν βαρύνει το δάκρυ θα υπάρξει κάτι καινούργιο να δεις». Φαίνεται η φωτεινή πλευρά της Ελένης.

Περνώντας στα κόκκινα φεγγάρια, βλέπουμε σε πιο μεγάλη έκταση την υπαρξιακή αίσθηση των πραγμάτων στους στίχους, κάνει διατυπώσεις μέσα από μια σκληρή πραγματικότητα και προτείνει. Υπάρχει και απογοήτευση αλλά μας δίνει και φράσεις αισιοδοξίας. Ενδοσκοπεί και μας λέει για την επέτειο, για κάθε επέτειο, θα έλεγα, εδώ γίνεται μια εσωτερική διαδικασία στο ποίημα επέτειος, έκρηξης και σιωπής μαζί. Νοσταλγίας και μικρών ελευθεριών, αποφάσεων και στιγμών ακριβών, κάτω από την αγκαλιά της μητέρας, ψυχικών αναγκών, τραυμάτων και χαράς, ανάσας και στέρησης, και με μια υπέροχη εικόνα  του ποιήματος στο τέλος μας λέει «με τα ψαρά της τα μαλλιά στον άνεμο λυμένα, να λιώνει το λουλάκι στου ουρανού στη στέρνα».

 

Μας δίνει με υπέροχο τρόπο την άλλη ματιά της πρωτομαγιάς. Βλέπουμε την αποφασιστικότητα στα ποιήματα «πάρε τα κάστρα» και «mea coulpa», την ένωση και τη συντροφικότητα και στις ιδέες. Την ερωτοαγάπη στο ποίημα «σαν λαγωνικό» και μας δίνει με τον  δικό της ιδιαίτερο  τρόπο το «μαζί» των ανθρώπων, των ανθρώπινων στιγμών, στο ποίημα «μαζί».

Θα μπορούσε να πει κάποιος με τόσα κοινωνικοπολιτικά και υπαρξιακά ποιήματα, που θα χωρέσει ο έρωτας Η Ελένη τον χώρεσε κι ας κάνει την εμφάνισή του σε λιγότερα ποιήματα. Θα μπορούσε να πει  και κάποιος  άλλος, με αυτά που συμβαίνουν στην κοινωνία είναι καιρός για έρωτες; Όλα τα γραφόμενα της ποιήτριας είναι ένας έρωτας για τη ζωή, επομένως τον έρωτα δεν μπορεί να τον αποφύγει ο ποιητής με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και πορεύεται η Ελένη με αλήθεια κι όχι με ψέματα. Ψέματα που έκαναν να φαίνονται σπουδαίοι πολλοί συνάνθρωποί μας, ακόμα και ποιητές με τα γλυκερά τους ποιήματα που ζαχαρώνουν καρέκλες, με λεκτικό ύφος υποπολιτικής και βαλσαμωμένα χαμόγελα.

Η Ελένη Μπάλιου με ειλικρίνεια, θυμό καμιά φορά, ποιητική ειρωνεία, αυτοσαρκασμό με μία έκταση μέσα της, βαδίζει σε ένα χωμάτινο μονοπάτι, μοναχικό θα έλεγα. Και είτε έχει θέα είτε όχι, είναι αποφασισμένη να φτιάχνει η ίδια τη θέαση στα μάτια μας, με οδηγό τα γραψίματα της και έτσι ζει καθημερινά μαζί τους μικρές λυτρώσεις. Την λυτρώνει η στιγμή, οι στιγμές πάνω στη γέννα των λέξεων. Όλο αυτό θα έχει την όψη του θαύματος όταν θα μπορέσει να περάσει στους αναγνώστες, του, ή των βιβλίων της. Τώρα  που εξακολουθούν να είναι ασυμμόρφωτοι οι καιροί και η τεχνητή νοημοσύνη έχει κάνει την παρουσία της αισθητή, για καλό ίσως σε κάποιες περιπτώσεις και για κακό σε πολλές άλλες,  αυτό θα το δείξει το μέλλον, εμείς πρέπει να αναρωτηθούμε ποιος έχει τα κλειδιά. Και η ποίηση σίγουρα τα έχει. Θα τα βρούμε μέσα στα ποιήματα της Ελένης να ξεκλειδώνουν αθόρυβα τις υποταγές μας στο χρόνο.

Ελένη μου εύχομαι να έχεις υγεία, να διαβαστεί και να αγαπηθεί το βιβλίο σου και συνέχεια στην πάντα αγωνιστική και γεμάτη ουσία γραφή σου!"


Για το soundforwords Ελένη Μπάλιου https://herinna2.blogspot.com/p/blog

-page.html


Δευτέρα 16 Ιουνίου 2025

Δυο ποιήματα σε ανάγνωση, αντικριστά.




Την ποιητική συλλογή του Γιώργου Πήττα "Ο Δύων Ανατέλλων Και Η Πανσέληνος βροχή" Τη γνωρίζω από τότε που βγήκε, πριν από 25 περίμπου χρόνια και επειδή την αγάπησα πολύ, όπως έχω ξαναπεί, την έμαθα τόσο καλά που μεγάλο μέρος της το θυμάμαι ακόμα απέξω.
Την ποιητική συλλογή του Κώστα Γουλιάμου που βγήκε φέτος, "Το μάτι της λέξης" την διαβάζω, μελετάω ακόμα. Άλλο ύφος, άλλη γραφή, όχι άλλη ποιότητα. 
Ο Κώστας Γουλιάμος για τον οποίο θα κάνω εκτενέστερη αναφορά στο εγγύς μέλλον, είναι ένας οραμαστιστής συχνά και συμβολιστής (ας μου επιτραπεί ο όρος) ποιητής. με βαθιά γνώση της Ιστορίας, εγχώριας και παγκόσμιας, ευαίσθητος δέχτης μηνυμάτων και νοημάτων από την ποίηση διεθνώς, που κομμάτια της, είτε αποτελούν στίχους από βιβλίο, είτε του μίλησαν μέσα από κάποιο τραγούδι, μεταφέρει στο έργο του για να εξυπηρεήσει τη διαχρονικότητα και την έμφαση των θεμάτων που και τον ίδιο απασχολούν, απασχολούσαν και θα απασχολούν, καθώς έχει δεμένη τη συνειδησή του με την τραγική αλλά και αγωνιστική πορεία της ανθρωπότητας. Αλλά τη σκέψη μου για όλ' αυτά θα ξετυλίξω αργότερα, όταν θα έχω ολοκληρώσει τη μελέτη του έργου του.

Ο Γιώργος Πήττας, όχι λιγότερο επηρεασμένος, προβληματισμένος και ευαισθητοποιημένος ως προς την κοινή υπόθεση και τη "μοίρα" της ανθρωπότητας, ακολουθεί άλλα μοναπάτια, όμως να, που τα μονοπάτια των δυο αυτών ποιητών συναντιούνται, όπως αυτό  βλέπουμε να συμβαίνει συχνά ανάμεσα σε πραγματικούς ποιητές που άφησαν το πνεύμα τους ελεύθερο στο σύμπαν να συναντηθεί με το πνεύμα της ποίησης. 
Τα δυο ποιήματα που ακούγονται εδώ, σε συρραφή ενός, είναι το ζωναντό παράδειγμα αυτού που περιγράφω πιο πάνω. Ελπίζω να συμφωνείτε μαζί μου. 
Παραθέτω τα δυο ποιήματα γραπτώς από κάτω, για να τα δείτε και ξεχωριστά. 


ΚΥΠΡΟΣ ΧΑΛΚΟΥ/ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΗΤΤΑΣ


Και τι πιο χάλκινο από ένα άστρο
που χάθηκε στη στάχτη.

Παντοτινά σ' αγαπούσα μέχρι που ο χρόνος σταμάτησε
κι έγινες ένα παιδί που έχασε το δρόμο για το σπίτι.
Τι πιο θλιμμένο αλήθεια από ένα παιδί που έχασε 
                                                         το δρόμο για το σπίτι.

Προσπάθησε να θυμηθείς.

Βουβά ορυχεία τα σκοτεινά σου μάτια.
Μα δεν μπορεί, κάπου θα έχεις μυστικά.
Κάπου θα κρύβεις, μια κάποια περηφάνεια.
Έλα
Έλα τις καστανιές και πάλι να φιλήσεις.

Να σκάψουμε το κοκκινόχωμα, βαθιά να βρούμε
 θεμέλια κόκαλα για να φωτίσουμε λευκά
τόσων ετών σκοτάδι.

Μονάκριβη.
Τόσοι σε θέλησαν, κι εσύ δεμένη στο κρεβάτι
ξεχνάς στον ύπνο την οδύνη!

Άστρο μου, άστρο
Φως!
Που χάλκεψες και γέμισες τουριστικά μπακίρια
   θέλω μια σφαίρα να φυτέψω στο μάτι του πασά.

Αρχαίο ψωμί που τρως!
Γεμάτο χώμα και χαλίκι
κομάτια πηλού το σάλιο σου
       μα πως το καταπίνεις;

Κοκκίνησε ο ουρανός, με μια μισή σελήνη
κι όσο γαλάζιο σου 'μεινε ξασπρίζει στα παράλια.

Στα κύματα που κολυμπούν οι ξένοι.

Στα κύματα που κολυμπούν οι ξένοι.


Και τώρα σ' αγαπώ,
και θα σ' αγαπώ, μετά το χρόνο
     ακόμα κι αν ξεχάσεις, Κόρη, τ' όνομά σου!

Κύπρος. 
.........................................................................................



ΕΣΒΗΣΑΝ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥΣ / ΚΩΣΤΑΣ ΓΟΥΛΙΑΜΟΣ


Ποιός χαιδεύει το φεγάρι στην αγακαλιά σου
Και οι πιστοί πως χορεύουν
Στα πανηγύρια του καλοκαιριού νωχελικά, δίπλα 
στο πηγάδι
    :παίζουν τον έρωτα κρυφά
      στις μάντρες τα παιδιά.

Κρύβεσαι στο σώμα σου σε χόρτα και μυρόχορτα
Αίφνης φεύγει ο κόσμος
Μυρίζουν τ' άστρα

     :αλήθεια, ποιος χαιδεύει
      τ' άστρα στο στήθος σου;

Φυσάει η ψυχή της αμπέλου
Χάνομαι στην αγέρωχη σάρκα σου
Σαν βγαίνει το φεγγάρι απ' τα ερείπια
Και άγρια νερά σε πνίγουν

          : πως τρέμουν τα φύλλα
            κι αγρίεψε το μάτι


Μήτε νερά μήτε μελίσσια
Μόνο της φωτιάς το άδειο είδωλο
Κάπω απ' τις αμυγδαλιές
Καίνε φασίστες τον τυφλό Κωνσταντή
Τους άλλους στο πεζούλι.

      : τα πουλιά δεν λένε ψέματα.

Είσαι μόνη ολομόναχη
Δεμένη στ' άλογο
Γυρίζεις μες στις στάχτες
Μονάχα στάχτη
Και ξεραμένο αίμα.
Οι άλλοι ξάγρυπνοι περιμένοντας νά ' ρθει το φεγγάρι
Να σβήσει το λάδι στο πέτρινο σπίτι
Προτού ξυπνήσουν πάλι τέρατα
Ενώ εσύ ακόμα ψάχνεις
Τον ουρανό που λείπει
Το κλειδί που λείπει

     :αλήθεια, ποιος σκουπίζει
      το αίμα στα μαλλιά σου; 

Για το soundforwords Ελένη Μπάλιου https://herinna2.blogspot.com/p/blog

-page.html